Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Μέρος Χ



< ... Δεν είχε ακόμα τελειώσει το σκούπισμα όταν ακούστηκε το αγκομαχητό
της μοτοσυκλέτας που έστριβε στο στενό δρομάκι. Έμεινε στήλη άλατος να τον
κοιτάει χαμογελαστό έξω από την τζαμαρία. Παιδάκι έτοιμο για την καινούρια
του ζαβολιά της πρότεινε το κράνος που είχε μόλις βγάλει. 
_ Παιδάκι μου είσαι τρελλό ; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα ; Θα σε δει και κανένας
   άνθρωπος !
_ Μα έχει πανσέληνο απόψε ...
Α μάλιστα, έχει πανσέληνο ! Δεν χρειαζόταν τότε τίποτα άλλο, αυτό τα εξηγούσε όλα.
_ Αχ βρε Μάκη, μαζέψου επιτέλους. Ότι κι αν σου έχω πει, εσύ δεν παίρνεις από λόγια.  


                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                        
Μάρσαρε για να εμποδίσει τη φωνή της να φτάσει μέχρι τα αυτιά του και της έγνεψε
προς το πίσω μέρος της σέλας.  Σιγουρεύτηκε ότι είχε κλειδώσει το μαγαζί πριν
στριμωχτεί μπροστά από το παραφουσκωμένο σακκίδιο. Το φερμουάρ ήταν τεντωμένο,
έτοιμο να σκιστεί. Αλλά σίγουρα είχε χωρέσει όλα όσα μπορεί να χρειαζόντουσαν.
Ευτυχώς που το πρωί αποφάσισε να βάλει φόρμα και αθλητικά παπούτσια. Διαφορετικά
θα πάγωναν τα πόδια της με κάποια από τις φουστίτσες που συνήθιζε να φοράει. Χώρια
που της πήγαινε πολύ αυτό το μωβ ...
Γαντζώθηκε πάνω του κι έμεινε να κοιτάζει το ασφάλτινο κουβάρι που ξετυλιγόταν
μπροστά τους. Σιγοσφύριζε χαρούμενος τον σκοπό από ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι ...


Τα μάτια της άνοιξαν δειλά για να γεμίσουν με τη γνώριμη φιγούρα που ήταν ξαπλωμένη
πίσω από ένα βουναλάκι ζεστής ακόμα στάχτης. Ότι είχε απομείνει από την αυτοσχέδια
πυρά όσων βρέθηκαν πρόχειρα στην παραλία. Ανακάθησε και τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει. Χαιρόταν να τον βλέπει να κοιμάται τόσο ήρεμος και ξέγνοιαστος. Ο ήλιος δεν άργησε να
βάλει φωτιά στα ουράνια χωράφια του αναγκάζοντας το ολόγιομο φεγγάρι σε άτακτη φυγή.
Έλυσε τα κορδονάκια από το παρδαλό μπικίνι που της είχε αγοράσει βιαστικά και το άφησε
να πέσει πίσω της. Η θάλασσα την αγκάλιασε σαν υπομονετικός εραστής φιλώντας απαλά
κάθε σημείο του κορμιού της που παραδινόταν αργά στη λαγνεία του. Σε ένα ατελείωτο
παιχνίδι πόθου και προσμονής. Κολύμπησε για ώρα μέχρι που τα όρια της στεριάς άρχισαν
να γίνονται δυσδιάκριτα. 
Βγήκε λίγο πριν παραδοθεί αμαχητί στο υδάτινο στοιχείο που την τύλιγε και καταλήξει
παλλακίδα στο χαρέμι του Θεού Ποσειδώνα. Με την πλάτη γυρισμένη στην μικρή σκηνή
που είχε μείνει παραπονεμένη όλο το προηγούμενο βράδυ, βάλθηκε να ξεφορτωθεί όλα
τα βότσαλα από γύρω της. Ο παφλασμός του νερού σκέπασε τα βήματα του κι έτσι
ξαφνιάστηκε όταν το χοντρό μπουρνούζι σκέπασε τους ώμους της. Το χάρτινο κυπελλάκι
με τη σοκολάτα ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτο αυτή την ώρα. Κι ας ήταν πλέον
χλιαρή κλεισμένη τόσες ώρες στο μεγάλο θερμός. Κάθισε πίσω της και τύλιξε τα χέρια του
γύρω από την μέση της. Δεν είχε καμμία διάθεση να του αντισταθεί. Όχι κι αυτή τη φορά.
Έπιασε το χέρι που της χάιδευε τα μαλλιά και το οδήγησε χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της. 
Η συσσωρευμένη ένταση δεν άργησε να οδηγήσει σε ένα ανεξέλεγκτο εσωτερικό
σφυροκόπημα. Τεντώθηκε απότομα σε τόξο παρασύροντας τον μαζί της. Την κράτησε σφιχτά
μέχρι να ηρεμήσει. Σηκώθηκε ξαφνικά κι έτρεξε προς το μέρος που είχε αφήσει τα ρούχα της.
Είχε μείνει να την κοιτάζει προσπαθώντας να καταλάβει αυτό που συνέβαινε. 
_ Μάκη, σε παρακαλώ, δεν αντέχω αυτό το βλέμμα ... Σου ζητώ συγγνώμη, αλλά προσπάθησε 
   να με καταλάβεις ! Με κολακεύει πολύ το ενδιαφέρον σου αλλά δεν μπορώ ! Όχι ακόμα ...
_ Δεν πειράζει μωρό μου, μην ανησυχείς, εγώ θα είμαι ΟΚ . Απλά κάθε μέρα θα σε θέλω όλο
   και πιο πολύ !

... >

Χάρτινο το φεγγαράκι ( Πόπη Αστεριάδη )

Σημείωση συγγραφέα : Το ΟΚ που αναγράφεται παραπάνω δεν αποτελεί συντομογραφία του
                                      Όλα Καλά ... 

Δεν υπάρχουν σχόλια: