Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Ανέβασε με στον ουρανό ...


Lift me up ( Moby )


< ...

_ Ε, δεν σε καταλαβαίνω βρε Νιτσάκι !  Γιατί πρέπει να πάρεις δάνειο ; Αφού μπορώ
   να σου δανείσω εγώ τα λεφτά για την ανακαίνιση.
_ Όχι Μάκη, το ξέρεις πως δεν θέλω δεσμεύσεις. Εξάλλου είναι μεγάλο το ποσό,
   σχεδόν όλες οι οικονομίες σου.
_ Ε, είσαι πολύ ξεροκέφαλη τελικά ! Λες και θα αισθάνομαι ότι μου έχεις υποχρέωση ...
   Εγώ απλά ήθελα να βοηθήσω.
_ Μου αρκεί που είσαι εδώ μαζί μου σήμερα. Ήταν πολύ ευγενικό που άφησες τη δουλειά
   σου για μένα, δεν ήθελα να έρθω μόνη μου στην τράπεζα.
_ Σιγά τη δουλειά ... Τέλος πάντων, που μας είπε αυτή η αχώνευτη υπάλληλος να πάμε για
   υπογραφές ;
_ Νομίζω στον 7ο όροφο. Πάτα σε παρακαλώ το κουμπί του ασανσέρ. Δεν μπορώ ούτε να
   κουνήσω τα χέρια μου με όλα αυτά τα χαρτιά που κουβαλάω.




_ Τι ωραία που είναι εδώ μέσα ... Λες να φταίει που είμαστε μόνο οι δυο μας ;
_ Άρχισες ; Ευκαιρία δεν χάνεις !
_ Ούτε εσύ για να μου την πεις. Αμάν πια, τι έκανα πάλι ;
_ Άστο, μετά από τόσο καιρό αρχίζω να πιστεύω ότι έχεις το ακαταλόγιστο.
_ Δεν ξέρω τι είναι αυτό το ακαταλόγιστο που λες, αλλά εγώ μικρός είχα κάνει όλα τα
   εμβόλια. Αποκλείεται να έχω κάτι τέτοιο, θα το ήξερα.
_ Κι όμως ... Ευτυχώς πάντως που δεν είναι μεταδοτικό. Στην ηλικία μου δεν με παίρνει
   για πολλά πια.
_ Ε, αυτό πάλι δεν το πιάνω ! Κάθε φορά τα ίδια μου λες ... Για την ηλικία σου, για το ότι
   μπήκα σαν σίφουνας στη ζωή σου που δεν έχει χώρο για μένα, ότι δεν μπορείς να μου
   προσφέρεις τίποτα κι ένα σωρό άλλα που δεν τα καταλαβαίνω. Δεν ξέρω τι συνέβη και
   σταμάτησες να βλέπεις στον καθρέφτη σου, κάθε πρωί, τη γυναίκα που μου έκοψε την
   ανάσα από την πρώτη στιγμή, αυτή που ονειρεύομαι να έχω μια μέρα γυμνή στην αγκαλιά
   μου. Κι ας χρειάζεται να κάνω υπομονή μέχρι τα πρέπα σου να γίνουν πιο δυνατά
   από τα θέλα, εεε τα πρέπει πιο δυνατά από τα θέλω, πάλι λάθος, τα θέλω σου πιο δυνατά
   από τα πρέπει σου. Α ρε κύριε Μπάμπη τι μου έκανες ! Μαθαίνονται τόσα λόγια απέξω ;
_ Μα τι λες ;
_ Ξέρω κι εγώ ... Α, τέρμα τα λόγια από δω και πέρα. Μια στιγμή μόνο να με χαστουκίσω !
_ Γιατί ;
_ Για να κερδίσω λίγο από το χρόνο μετά ...
_ Μετά από τι ;
_ Μετά από αυτό !

Την τράβηξε απότομα προς το μέρος του, σαν να φοβόταν ότι θα του ξεφύγει για μια ακόμα
φορά. Μόνο δύο βαριές ανάσες και ο ήχος από τα τσαλακωμένα χαρτιά που ούρλιαξαν από
τον αναπάντεχο πόνο. Τα χείλη του σφίχτηκαν πάνω στα δικά της λίγο πριν τα νιώσει να
καίγονται. Έμεινε ακίνητος να την κοιτάει. Απορία καθόλου αλλά παράπονο πολύ. Χαλάρωσε
γρήγορα τη δαγκωματιά της κι ύστερα πέρασε απαλά τη γλώσσα της πάνω τους για να τον
δροσίσει.

Η ηχογραφημένη γυναικεία φωνή τους ενημέρωσε αμείλικτα ... 7ος ΟΡΟΦΟΣ ! Η πόρτα άνοιξε μπροστά από μια ηλικιωμένη κυρία με κότσο, χοντρά γυαλιά κι ένα τεράστιο χαρτοφύλακα ακουμπισμένο στο πλάι της.

_ Με, με συγχωρείτε ... Μήπως πηγαίνετε κάτω ;

Η ερώτηση της ακούστηκε γελοία, δεν υπήρχε άλλος όροφος μετά. Έμεινε να κοιτάει το κουβάρι
με τα χαρτιά που της φόρτωσαν χωρίς καν να γυρίσουν προς το μέρος της. Μόλις που πρόλαβε να ακούσει τη φωνή του Μάκη πριν ξανακλείσει η πόρτα  του θαλάμου.

_ Σας παρακαλώ, δώστε τα στην κυρία Παπαδοπούλου να μας τα ετοιμάσει. Γιατί εμείς τώρα
   πηγαίνουμε πάνω, ακόμα πιο πάνω ...

Η μπαλάντα του Ούρι ( Βασίλης Λέκκας )

... >




 




 
   

Δεν υπάρχουν σχόλια: