Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Στου Μάκη με ξερό ψωμί ...

_ Μάκη μου, είσαι σίγουρος ότι ξέρεις τι κάνεις ;
_ Σιγά βρε Νιτσάκι, τι έγινε πάλι ; 
_ Ε να, μου φαίνεται ότι τα ψάρια υποφέρουν πολύ περισσότερο τώρα από
   τότε που τα ξαγκίστρωσες και τα άφησες να σπαρταράνε στον κουβά ...
_ Αμάν πια, μ' αυτή η γκρίνια σου ! Δεν έχεις δέκα λεπτά που ήρθες και
   δεν έχεις σταματήσει λεπτό, ούτε για να πάρεις ανάσα.
_ Μπορώ να φύγω, ξέρεις ...
_ Ε δεν παλεύεσαι ! Είδα κι έπαθα τόσο καιρό μέχρι να σε ψήσω κι όλο έτρωγα
   άκυρο και τώρα θα με παρατήσεις εδώ ; Έλα, άραξε κάπου και χαλάρωσε,
   μανίτσα μου ! Που να φανταστώ ότι θα ερχόσουν νωρίτερα ; Θα τα είχα όλα
   έτοιμα και δεν θα πιάναμε τώρα τέτοια κουβέντα.
_ Τι, ήθελες να έρθω όταν σχολάνε όλοι από το εργοστάσιο και να με πάρει είδηση
   η γειτονιά ; Έχε χάρη που πρέπει να περιμένω να σκοτεινιάσει για να βγω. Τέλος
   πάντων, σε πειράζει να  ξαπλώσω λίγο ; Η μέση μου είναι κομμάτια από την
   ορθοστασία όλη μέρα.
_ Και το ρωτάς ; Σαν στο σπίτι σου ! Άντε όμως να' χω μετά το νου μου στο μαγείρεμα.
   Να παραγγείλω κάτι απέξω και να' ρθω να σε πάρω μια αγκαλίτσα ;
_ Καλά, αλλά μόνο αν μου υποσχεθείς ότι θα κάτσεις ήσυχος !
_ Πάλι μου ανάβεις κόκκινο στη διασταύρωση αλλά δεν πειράζει. Ο Μάκης είναι κύριος
   και μπορεί να περιμένει  ...



Δεν υπάρχουν σχόλια: